καθετικός

καθετικός
καθ-ετικός, ή, όν, senkrecht

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καθετικός — καθετικός, ή, όν (Α) [κάθετος] αυτός που έχει αφεθεί προς τα κάτω, κάθετος. επίρρ... καθετικῶς (Μ) με κάθετη διεύθυνση …   Dictionary of Greek

  • καθετικῶς — καθετικός perpendicular adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθετικάς — καθετικά̱ς , καθετικός perpendicular fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”